Κατάθλιψη Κατά την Εγκυμοσύνη
Οι γυναίκες βιώνουν κατάθλιψη δύο φορές συχνότερα απότι οι άνδρες. Η περίοδος που ανατρέφουν παιδί είναι περίοδος αυξημένου κινδύνου για έναρξη κατάθλιψης στις γυναίκες. Μέχρι 70% των εγκύων αναπτύσσουν καταθλιπτικά συμπτώματα και 10-16% των γυναικών παρουσιάζουν μείζονα κατάθλιψη στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο χειρισμός της κατάθλιψης στη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι δύσκολος. Ο κλινικός θα πρέπει πάντα να έχει υπόψιν την πιθανότητα εγκυμοσύνης και τις επιδράσεις των ψυχοτρόπων φαρμάκων, όταν έχει να κάνει με γυναίκες ασθενείς, δεδομένου ότι οι μισές περίπου εγκυμοσύνες δεν είναι προγραμματισμένες. Παράγοντες κινδύνου για κατάθλιψη στη διάρκεια της εγκυμοσύνης περιλαμβάνουν το ιστορικό του ίδιου ή της οικογένειας για κατάθλιψη, τα προβλήματα γάμου, τα πρόσφατα αντίξοα γεγονότα, ο μεγάλος αριθμός παιδιών, και η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Ο μεγαλύτερος αριθμός καταθλιπτικών επεισοδίων συμβαίνει μεταξύ των εβδομάδων 34 έως 38 της εγκυμοσύνης. Στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η αλλαγή του όγκου κατανομής και η αύξηση της ηπατικής δραστηριότητας και της νεφρικής κάθαρσης, οδηγεί σε πτώση των επιπέδων φαρμάκου, γεγονός που μπορεί να καταλήξει σε αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων.
Θεραπεία
Η θεραπεία της κατάθλιψης στη διάρκεια της εγκυμοσύνης περιλαμβάνει τη ψυχοθεραπεία, τη φαρμακολογική αντιμετώπιση, και την ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Η επίδραση της τελευταίας στο έμβρυο είναι σπάνια. Οι κίνδυνοι της μη θεραπευμένης κατάθλιψης στη διάρκεια της εγκυμοσύνης περιλαμβάνουν τη φτωχή διατροφή, τη δυσκολία εφαρμογής των γυναικολογικών οδηγιών ή θεραπειών, την αυτοκτονικότητα, και την αυξημένη χρήση καπνού, ακλοόλ και ουσιών. Οι μελέτες τερατογένεσης από τη χρήση αντικαταθλιπτικών κατά την εγκυμοσύνη είναι περιορισμένες. Επειδή υπάρχει μεγαλύτερη κλινική εμπειρία με τα TCAs, εάν ένας ασθενής χρειάζεται να λάβει αγωγή στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, είναι καλύτερο να προτιμηθούν τα TCAs, έναντι των νεώτερων αντικαταθλιπτικών. Δεν βρέθηκε αυξημένος κίνδυνος για ανάπτυξη συγγενών διαμαρτιών μετά από χρήση TCAs κατά την εγκυμοσύνη. Έχουν αναφερθεί μεμονομένα περιστατικά νεογνών με σημεία απόσυρσης μετά από χρήση TCAs στην περίοδο εγγύς του τοκετού. Τα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν jitteriness και εκνευρισμό. Μελέτες με χρήση φλουοξετίνης (Ladose) κατά το πρώτο τρίμηνο δεν έδειξαν κάποια σύνδεση με εμβρυϊκές διαμαρτίες. Ίσως η λήψη του φαρμάκου αυτού να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο περιγεννητικών επιπλοκών. Πρόσφατη μελέτη με τη φλουοξετίνη δεν έδειξε διαφορές στο IQ, τη γλωσσική ικανότητα και τη συμπεριφορά παιδιών που είχαν σαν έμβρυα εκτεθεί στο φάρμακο. Κάποιοι από τους νεώτερους SSRIs, όπως η φλουβοξαμίνη (Dumyrox), η παροξετίνη (Seroxat) και η σερταλίνη (Zoloft), χορηγούμενες στις συνιστώμενες δόσεις, δεν έδειξαν να αυξάνουν τον κίνδυνο τερατογένεσης. Δεν υπάρχουν μελέτες που να αφορούν τους MAOIs, τους SNRIs ή τα άλλα άτυπα αντικαταθλιπτικά. Από την ομάδα των σταθεροποιητών της διάθεσης, το λίθιο έδειξε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοαγγειακών ανωμαλιών, πιο συχνά το σύνδρομο Ebstein, σε νεογνά που εκτέθηκαν σαυτό στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Ο κίνδυνος για ανάπτυξη της ανωμαλίας Ebstein είναι 0,05 - 1 %. Η έκθεση σε λίθιο συνδέεται επίσης με την ανάπτυξη του συνδρόμου "floppy baby", που χαρακτηρίζεται από κυάνωση και υποτονικότητα. Άλλες επιδράσεις περιλαμβάνουν υποθεροειδισμό του νεογέννητου και νεφρογενή άποιο διαβήτη. Μία μελέτη παιδιών που είχαν εκτεθεί σε λίθιο και δεν ανέπτυξαν διαμαρτίες, μετά από επανέλεγχο 5 ετών δεν ανέδειξε κάποιο σημαντικό πρόβλημα συμπεριφοράς. Ο κίνδυνος ανάπτυξης συγγενών διαμαρτιών είναι αυξημένος μετά από περιγεννητική έκθεση σε αντικαταθλιπτικά. Έκθεση σε καρβαμαζεπίνη (Tegretol) κατά το πρώτο τρίμηνο συνδέεται με spina bifida (1%). Το βαλπροϊκό (Depakine) έχει συνδεθεί με βλάβες του neural tube (3-5%). Επίσης, ένα σύνδρομο με ελάσσονες διαμαρτίες, όπως rotated αυτιά, επίπεδη nasal bridge, και υποπλασία fingernail έχει περιγραφεί σε παιδιά που εκτέθηκαν σε αντιεπιληπτικά. Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία έχει βρεθεί να είναι σχετικά ασφαλής και αποτελεσματική στη θεραπεία της κατάθλιψης, έχοντας κάνει την κατάλληλη προετοιμασία. Περιορισμένα δεδομένα δείχνουν ότι τα αντικαταθλιπτικά εκκρίνονται στο μητρικό γάλα, ενώ οι πληροφορίες είναι ανεπαρκείς σχετικά με την επίδραση των αντικαταθλιπτικών σε θηλάζοντα παιδιά. Επομένως, εάν είναι δυνατόν, ο θηλασμός θα πρέπει να αποφεύγεται.